Επίπεδο.
Απ το κόκκαλα πιασμένη και απ του ονείρου εξατμισμένη, ψάχνω τώρα ανέλπιστα να βρω τη νιότη μου.
Στον καθρέφτη εμπρός μου τη θωρώ, το αγέραστο είδωλο με τη ροδαλή όσο του βαστάει απόχρωση.
Μα οι λακούβες κάτω απ τα μάτια μαρτυρούν της ηλικίας μου τη σκέψη.
Διάθεση επίπεδη, κενό.
Ούτε οροφή, ούτε πάτωμα.
Ούτε μέρος να κρατηθείς για να βαστάξει το όνειρο.
Μικρούπνοι.
Θα θυμηθείς το όνειρο σε 5 λεπτά.
Τώρα ούτε λόγος για όνειρα.
Εκείνες τις στιγμές που δεν υπάρχεις γιατί δε θες να υπάρχεις.
Στιγμές που σκέφτεσαι αδιέξοδες μάντρες από πέτρα που πας να γκρεμίσεις με όπλο τα νύχια σου.
Που πας ρε κακομοίρη;
Και έπειτα ματαιότις. Του μυαλού σκλαβότις μα και λύτρωσις.
Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε, αφού λύση δεν υπάρχει.
Και βολεύεσαι στο κατακάθι του απροσπέλαστου και της δύναμης.
Α ρε κακομοίρη, την επομένη πάλι θα προσπαθείς να πείσεις τον απαίδευτο ότι δυστυχεί.
Και τώρα επικεντρώνεσαι…
Επικεντρώνεσαι τόσο στη περιγραφή που το μελάνι σημειώνει, για να αναπαραστήσεις τα φτερά σου που θα σ οδηγήσουν στην απογείωση…
Μεγάλα και πλατιά,μα λεπτοκαμωμένα. Τα φτιάξαν έτσι ώστε να μαθαίνεις να βάζεις δύναμη.
Μα φτου! Θα βάλεις, ‘’δύσκολοι οι καιροί γιόκα μου, καθένας φυλάει τη βενζίνα του’’, όπως λέει και ο κυρ Πέτρος
Και πέταξες και σύρθηκες, κινηματογραφικής ταινίας το πέταγμα σου.
Και η διάθεση επανήλθε.
Νιώθεις.
